Επιστροφή

Αγαθά και κακά

Τα αδύνατα καλά, διωγ΅ένα από τα κακά ανέβη-
καν στον ουρανό. Τα καλά ρώτησαν εκεί τον Δία τί να
κάνουν για να βρεθούν κοντά στοuς ανθρώπους και ε-
κείνος τους αποκρίθηκε να ΅ην πηγαίνουν όλα ΅αζί
στοuς ανθρώπους, αλλά χωριστά το καθένα. Έτσι τα
΅εν κακά είναι συνεχή στους ανθρώπους, επειδή είναι
πιο κοντά τοuς, τα δε καλά πιο σπάνια γιατί κατεβαί-
νουν από τον ουρανό.

Ο ΅ύθος φανερώνει πως κανείς δεν πετυχαίνει γρή-
γορα το καλό, ενώ τα κακά τον πλήττουν κάθε ΅έρα
απανωτά.

(ΜΥΘΟΙ ΑΙΣΩΠΟΥ,ΤΟΜΟΣ Α, ΜΕΤΑΦΡ. ΤΑΣΟΥ ΒΟΥΡΝΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΛΙΔΗ, ΑΘΗΝΑ 1984, σελ. 16-17)

 

 

 

Αητός και αλεπού

Ένας αητός και μια αλεπού δέθηκαν μεταξύ τους
με φιλία και αποφάσισαν να καθήσουν ο ένας κοντά
στην άλλη με τη βεβαιότητα πως η συντροφιά θα το-
νώσει τη φιλία τους. Ο αητός, λοιπόν, αφού ανέβηκε
σ' ένα πανύφηλο δέντρο, έβγαλε εκεί τα πουλιά του,

ενώ η αλεπού τρύπωσε σ' ένα θάμνο κάτω από το δέν-
τρο και εκεί γέννησε τα αλεπουδάκια της . Κάποτε που
η αλεπού βγήκε στο κυνήγι, ο αητός μη έχοντας τί να
φάει κατέβηκε στο θάμνο και αφού άρπαξε το νεογνά
της αλεπούς, πέταξε στη φωλιά του και τα κατασπά-
ραξε μαζί με τα αητόπουλά του. "Όταν η αλεπού ξανα-
γύρισε και κατάλαβε τί έγινε, δεν λυπήθηκε τόσο για
το θάνατο των νεογνών της, όσο για την έλλειψη τρό-
που να εκδικηθεί αφού σαν ζώο του εδάφους δεν ήταν
δυνατό να κυνηγήσει ένα πετούμενο. Στάθηκε λοιπόν
κάπου μακριά και έκανε το μόνο που απομένει στους
αδύνατους και τους ανήμπορους, καταριόταν δηλαδή
τον εχθρό της. Τα πράγματα ωστόσο ήρθαν έτσι που ο
α ητός δεν άργησε να πληρώσει την απιστία που έδειξε
στη φιλία, Σ' ένα χωράφι κάποιοι θυσίαζαν μια κα-
τσίκα κι ο αητός όρμησε από ψηλά και άρπαξε ένα
καυτό σπλάχνα από το βωμό. Καθώς τό 'φερε στη
φωλιά του φ ύ σηξε δυνατός άνεμος και από ένα λεπτό
και ξερό ξυλαράκι άναψε μια μεγάλη φλόγα. 'Ετσι τα
αετόπουλά του πήραν φωτιά (καθώς ήταν ακόμα ά-
πλαστά) και έπεσαν στο χώμα, οπότε έτρεξε η αλεπού
κ αι τά 'φαγε όλα κάτω από τα μάτια του αητού.

Ο μύθος σημαίνει ότι όσοι προδίδουν τη φιλία , ακό-
μ η κ ι αν διαφύγουν την εκδίκηση αυτών που αδίκησαν
λ όγο αδυναμίας, δεν θα γλιτώσουν την τιμωρία τους
απο το θεο.

(ΜΥΘΟΙ ΑΙΣΩΠΟΥ,ΤΟΜΟΣ Α, ΜΕΤΑΦΡ. ΤΑΣΟΥ ΒΟΥΡΝΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΛΙΔΗ, ΑΘΗΝΑ 1984, σελ. 18-21)

 

 

 

Μυρμήγκι και κάνθαρος

Το καλοκαίρι ένα μυρμήγκι, τριγυρίζοντας στα χ ωράφια , μάζευε σιτάρι και κριθάρι και το α π οθήκευε για το χειμώνα. Ένας κάνθαρος που το είδε, εξεπλάγη για την τόση φιλοπονία του την εποχή που, αντίθετα, τα άλλα ζώα παρατούν τις δουλε.ιές και τεμπελιάζουν. Το μυρμήγκι δεν μίλησε. Eκείνη τη στιγμή, αλ λά όταν έ π ιασε χειμώνα; και η βροχή διέλυσε την κο π ριά, τότε πήγε το σκαθάρι λι΅ασ΅ένο και του ζητούσε τροφή . Και τότε το ΅υρ΅ήγκι του λέει: « Βρε κάνθαρε, αν κόπιαζες τότε π ου κό π ιαζα και εγώ και συ κορόιδευες, δεν θα σου έλειπε τώρα η τροφή ».

Έτσι την παθαίνουν όσοι σε καιρούς αφθονίας δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον και όταν αλλάξουν οι π εριστάσεις π έφτουν σε μεγάλη δυστυχία.

(ΜΥΘΟΙ ΑΙΣΩΠΟΥ,ΤΟΜΟΣ Β, ΜΕΤΑΦΡ. ΤΑΣΟΥ ΒΟΥΡΝΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΛΙΔΗ, ΑΘΗΝΑ 1984, σελ. 241-242)

 

 

 

Ξυλοκόπος και Ερ΅ής

Ένας έκοβε ξυλα κοντά στο ποτά΅ι, οπότε τού
'πεσε το τσεκούρι στο νερό. Μη ξέροντας τι να κάνει
έκατσε στην όχθη και δερνιόταν . Ο Ερ΅ής, ΅α-
θαίνοντας την αιτία, τον λυπήθηκε και βούτηξε στο
ποτά΅ι, ανέβασε ένα χρυσό τσεκούρι και ρώτησε αν ή-
ταν αυτό εκείνο που τού 'πεσε , «Όχι » κάνει αυτός , Ο
θεός κατέβηκε και πάλι στο βυθό και τού 'φερε επάνω
ένα αση΅ένιο. Εκείνος, βλέποντάς το, αποκρίθηκε
πως ούτε κι αυτό ήταν δικό του . Κατέβηκε τότε για

τρίτη φορά και τού ΄φερε επάνω εκείνο που τού 'χε πέσει

« Να, αυτό είναι που έχασα », είπε ο άνθρωπος κι
ο Ερ΅ής, ευχαριστη΅ένος; για την τι΅ιότητά του, του
έδωσε και τα τρία. Ο ξυλoκόπoς, όταν ξαναγύρισε
στους συντρόφους του, τους διηγήθηκε όσα συνέβησαν
κι ένας απ ' αυτούς σκέφθηκε να κάνει τα ίδια. Ήρθε,
λοιπόν , κοντά στο ποτάμι, άφησε να του πέσει επίτη-
δες η αξίνα του στο νερό κι ύστερα κάθησε κι έκλαιγε.
Φανερώθηκε τότε και σ' αυτόν ο Ερ΅ής και όταν έ΅α-
θε γι α ποιό λόγο δερνοκοπιόταν, κατέβηκε στο βυθό,
όπου την προηγού΅ενη φορά , έβγαλε ΅ια χρυσή αξίνα
και τον ρώτησε αν ήταν αυτή που τού 'πεσε , Κι αυτός
έκραξε ΅ε χαρά: « Ναι, αυτή είναι, αλήθεια ». Ο θεός
τότε σιχάθηπε την αναίδειά του κι όχι ΅όνο κράτησε
τη χρυσή, αλλά δεν τού ' δωσε πίσω ούτε τη δική του.

(ΜΥΘΟΙ ΑΙΣΩΠΟΥ,ΤΟΜΟΣ Β, ΜΕΤΑΦΡ. ΤΑΣΟΥ ΒΟΥΡΝΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΛΙΔΗ, ΑΘΗΝΑ 1984, σελ. 100-101)