Επιστροφή

ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ

Aναμφίβολα το σαμιακό τοπίο με τον ξάστερο ουρανό και την μαγεύτρα θάλασσα και τις καλά ντυμένες πλαγιές της Σάμου με πανύψηλα και ευθυτενή πεύκα θα έπαιξαν σημαντικό ρόλο για να στραφούν οι Σάμιοι προς τη θάλασσα και να συνδέσουν τα συμβαίνοντα στον ουρανό με τους ανέμους και τη ναυσιπλοία (ναυτικός προσανατολισμός στη θάλασσα).

Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο ( I,23) ο Φώκος ο Σάμιος (6 ος αιών π.Χ.) είχε γράψει βιβλίο με τον τίτλο Ναυτική αστρολογία, που οπωσδήποτε θα περιείχε κοσμολογικές και αστρολογικές παρατηρήσεις που βοηθούν στη ναυσιπλοΐα ( D- K., I, 5 και 11, Α23). Το σύγγραμμα αυτό αποδίδεται και στον Θαλή, αλλά ουδόλως αποκλείεται η περίπτωση ότι και οι δύο διανοητές να είχαν γράψει παρόμοιο έργο, δεδομένης μάλιστα της επίδοσης και της κυριαρχίας της Σάμου στην ναυσιπλοΐα και στη ναυτική ισχύ ήδη από τον έβδομο αιώνα π.Χ. (Βλέπε συναφώς και Α. Παπαλά «Ναυτική αστρολογία του Θαλού», (ΕΦΕ 6 (2) 1985, 279-282).

Την παράδοση αυτή, εκτός των άλλων, συνεχίζει και ο Αρίσταρχος που προβάλλει εξόχως γόνιμες κοσμολογικές και αστρονομικές αντιλήψεις. Για τις απόψεις του Αριστάρχου και τη συμβολή του στη θεωρητική κοσμολογία και αστρονομία έχουν γραφεί πολλά.Το κείμενο που ακολουθεί είναι διαφωτιστικό για τις απόψεις του Αριστάρχου.

ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ

Μία από τις εξέχουσες μορφές της αρχαίας ελληνικής αστρονομίας είναι ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο οποίος έζησε περί το 310-230 π.χ. και το όνομά του συνδέθηκε αρρήκτως με την υπόθεση του ηλιοκεντρικού συστήματος του κόσμου. Από τις ελάχιστες σωζόμενες μαρτυρίες για την ηλιοκεντρικήν υπόθεσή του, η πλέον αξιόπιστη ευρίσκεται στον «Ψαμμίτη» του Αρχιμήδους (287-212), του μεγαλυτέρου έλληνος μαθηματικού.

Σε τούτο το έργο του, το οποίο απευθύνει προς τον τύραννο των Συρακουσών Γέλωνα, ο Αρχιμήδης θέλει να υπολογίσει το πλήθος των κόκκων της άμμου, με το οποίο θα μπορούσε να γεμίσει το σύμπαν, τον κόσμο. Επρεπε λοιπόν να γνωρίζει το μέγεθος του κόσμου, στον οποίον οι αρχαίοι έλληνες αστρονόμοι είχαν αποδώσει σχήμα σφαίρας. Δηλαδή ο Αρχιμήδης έπρεπε να γνωρίζει την ακτίνα της σφαίρας του κόσμου, ώστε βάσει αυτής να υπολογίσει κατόπιν τον όγκον της και τέλος να τον διαιρέσει με τον όγκο ενός κόκκου άμμου. Ομως, το πώς ορίζεται η σφαίρα του κόσμου και πώς υπολογίζεται το μέγεθός της εξαρτάται από το ποιό θεωρητικό πρότυπο (μοντέλο) του κόσμου χρησιμοποιείται. Ο Αρχιμήδης γνώριζε πολύ καλά τις υπάρχουσες αστρονομικές θεωρίες. Ο πατέρας του, ονόματι Φειδίας, ήταν αστρονόμος, και ο ίδιος ενδιαφερόταν τόσο πολύ για την αστρονομία, ώστε εφεύρε αστρονομικά όργανα για παρατηρήσεις και έκανε δικούς του υπολογισμούς σχετικά με τον κόσμο και τα μέλη του, δηλαδή τους απλανείς αστέρες και τους πλανήτες, τον ήλιο και τη σελήνη.

Αναφέρει λοιπόν, απευθυνόμενος προς τον Γέλωνα, τον τύραννο των Συρακουσών:

«Γνωρίζεις δέ, ότι από τους πλείστους αστρονόμους καλείται κόσμος η σφαίρα, της οποίας κέντρο μεν είναι το κέντρο της γης, η δε ακτίνα της ισούται προς την ευθεία την μεταξύ του κέντρου του ηλίου και του κέντρου της γης, διότι έχεις ήδη διαβάσει αυτά στις γραπτές αποδείξεις των αστρονόμων. Ο Αρίσταρχος δε ο Σάμιος δημοσίευσε κάποιες θεωρίες, στις οποίες από τα υπάρχοντα στοιχεία συνάγεται ότι ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από τον προαναφερθέντα. Διότι υποθέτει ότι από τους αστέρες οι μεν απλανείς και ο ήλιος μένουν ακίνητοι, η δε γη περιφέρεται περί τον ήλιον κατά περιφέρειαν κυκλου, ο οποίος ευρίσκεται στο μεσον του δρόμου, την δε σφαίραν των απλανών αστέρων κειμένην περί το αυτό κέντρον όπως ο ήλιος, ότι είναι τόσο μεγάλη σε μέγεθος, ώστε ο κύκλος κατά τον οποίον υποθέτει ότι η γη περιφέρεται, έχει τέτοιαν αναλογίαν προς την απόσταση των απλανών, οποίαν έχει το κέντρον της σφαίρας προς την επιφάνειαν.»

Ο Αρχιμήδης παρατηρεί ότι η αναφερόμενη αναλογία δεν είναι σωστή μαθηματικώς, αφού το κέντρον της σφαίρας ως σημείον δεν έχει διαστάσεις. Ομως, μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν την σωστή παρατήρησή του, αφού όλοι οι μαθηματικοί-αστρονόμοι διαχρονικώς, δηλαδή και οι προ αυτού και μετά από αυτόν (π.χ. Ευκλείδης, Πτολεμαίος, Γέμινος, Κλεομήδης), έως σήμερα, στη σφαιρική αστρονομία θεωρούν ως κέντρο της ουρανίου σφαίρας την γη, κρίνοντας αμελητέες τις διαστάσεις της εν σχέσει προς την ουράνιο σφαίρα.

Ομως, οι πολλές αναφορές του Αρχιμήδους στον Αρίσταρχο φανερώνουν δύο πράγματα. Το πρώτον είναι η εκτίμησή του για το έργον του Αριστάρχου ως μαθηματικού-αστρονόμου. Αυτό το καταλαβαίνουμε και από το μοναδικό σωζόμενο έργο του, το «Περί μεγεθών και αποστημάτων ηλίου και σελήνης», στο οποίον αυτός χρησιμοποιεί καθαρώς γεωμετρικές μεθόδους για να προσδιορίσει τις σχέσεις μεγεθών και αποστάσεων, οι οποίες συνδέουν τον ήλιο, τη σελήνη και τη γη, δηλαδή τα τρία ουράνια σώματα, τα οποία λαμβάνουν μέρος στις ηλιακές και τις σεληνιακές εκλείψεις.

Το δεύτερον είναι η ουδετερότητα του Αρχιμήδους όσον αφορά στο είδος του μοντέλου, γεωκεντρικό ή ηλιοκεντρικό, για το σύστημα του κόσμου. Αυτό αποτελεί μίαν ισχυρή ένδειξη, ότι οι αρχαίοι έλληνες αστρονόμοι, διατύπωναν τις θεωρίες τους για το σύστημα του κόσμου ως «μαθηματικοί». Δηλαδή, διατύπωναν απλώς «υποθέσεις» χρησιμοποιώντας γεωμετρικά μοντέλα, τα οποία έπρεπε να συμφωνούν με τις παρατηρήσεις, όσον αφορά στις φαινόμενες κινήσεις και θέσεις του ηλίου, της σελήνης και των πλανητών σε δεδομένη χρονική στιγμή, μέσα σε αποδεκτό πλαίσιο τιμής σφάλματος μετρήσεων και υπολογισμών. Αρκεί να αναφέρουμε το πρώιμο μοντέλο των Πυθαγορείων, όπου ούτε η γη ούτε ο ήλιος έχουν το προνόμιο να ευρίσκονται στο κέντρο του κόσμου, αλλά το κεντρικό πυρ.

Δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί άλλα στοιχεία σχετικώς με την ηλιοκεντρική υπόθεση του Αριστάρχου, γι' αυτό εγείρονται πολλά ερωτήματα, ως προς τις λεπτομέρειές του. Γνωρίζομε ότι στην πραγματικότητα οι τροχιές των πλανητών περί τον ήλιον είναι ελλειπτικές, την μία εστία των οποίων κατέχει ο ήλιος, όπως απέδειξε το 1618 ο Κέπλερ. Επομένως, ένα μοντέλο όπου η γη κινείται κυκλικώς περί τον ήλιο, ο οποίος ευρίσκεται στο κέντρο της τροχιάς της, δεν θα συμφωνούσε με τα δεδομένα των παρατηρήσεων. Ισως αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο οι αρχαίοι αστρονόμοι δεν επεξεργάστηκαν περαιτέρω μια τέτοια απλή ηλιοκεντρική υπόθεση, αλλά διατύπωσαν και βελτίωσαν τα δύο είδη γεωκεντρικών μοντέλων, το έκκεντρο και το επικυκλικό, ώστε να συμφωνούν θεωρία και δεδομένα παρατηρήσεων.

ΜΑΡΩ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ

ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Βιβλιογραφία